Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

4.Τα δένδρα της πόλης: Παυσίπονο στην τούμπα



«Φιλαράκι πάρε κι αυτά για το δρόμο!». Με μια χούφτα χαρτομάντιλα στο δεξί, μπας και σταματήσει η ρινορραγία και το υπόλοιπο κουτί σόφτεξ δώρο από τον ταρίφα στ’ αριστερό, προσπαθεί να καταλάβει αν ήρθε στη σωστή διεύθυνση. Ψάχνει για κάνα νούμερο «8» στην είσοδο, στη πόρτα, δίπλα, πάνω, κάτω από την φωτεινή επιγραφή και δεν βρίσκει τίποτα. Στο τέλος το παίρνει απόφαση και ρωτά, πάλι κάπως διστακτικά, τον πορτιέρη του ξενοδοχείου:

-Συγγνώμη το νούμερο 8 εδώ είναι ε;

-Βεβαίως! Περάστε και παρουσιαστείτε στην ρεσεψιόν, παρακαλώ.

«Παρουσιαστείτε» αντί «απευθυνθείτε», φως φανάρι ότι ο σύντροφος πορτιέρης είχε καθαρίσει πρόσφατα από στρατό και ως ελεύθερος πολίτης πια, εργαζόταν στο Χολιντέι ιν, βαρώντας γερμανικά νούμερα 2-4 στη πόρτα.

Περνά την είσοδο και προσπαθεί ακόμα να προσανατολισθεί. Με το χέρι του να σφίγγει τα ρουθούνια κόβοντας το οπτικό του πεδίο και τα παπούτσια του γλυστράνε στα μάρμαρα και στους γρανίτες. Κάποια στιγμή καταφέρνει , ωστόσο, να εντοπίσει την ρεσεψιόν. Η υπάλληλος, ψυλλιασμένη από το ασυνήθιστο της όψης και εντυπωσιασμένη από τον εκνευριστικό ήχο της σόλας στο μάρμαρο, κινητοποιεί όσα αποθέματα επαγγελματισμού της έχουν απομείνει τέτοιαν ώρα και δείχνει να διατηρεί την ψυχραιμία της ακόμη κι όταν η πρώτη κίνηση του επισκέπτη είναι να αφήσει ένα κουτί χαρτομάντιλα στον πάγκο.

-Καλημέρα σας! Της απευθύνεται πρώτος με μια μπάσα ένρινη φωνή της μπουκωμένης αίμα και χαρτομάντηλα μύτης.

-Καλημέρα σας. Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;

-Μήπως κατά λάθος υπάρχει κάπου ένας γιατρός που να παίζει και πιάνο;

-Για την αιμορραγία στη μύτη ...;

Προλαβαίνει να ψελλίσει, κάπως αιφνιδιασμένη από το ιδιόρρυθμο αίτημα ενός αιμοραγούντος αγνώστου που ζητά γιατρό με ειδικότητα «πιανίστας». Αλλά στο τέλος πιάνει το νόημα:

-Αχ! Συγγνώμη, συγγνώμη! Τώρα κατάλαβα… είστε ο φίλος του παιδιού με το πιάνο στο μπαρ… Εδώ είναι. Δουλεύει απόψε. Ακολουθήστε την ταμπελίτσα που γράφει «μπαρ». Έχει κλείσει τώρα, αλλά αυτός σας περιμένει εκεί. Να σπρώξετε την πόρτα. Σας περιμένει!

‘Όπου «παιδί με το πιάνο στο μπαρ», στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ένας χειρουργός παίδων,Επιμελητής Β’ του ΕΣΥ, με επίσης λαμπρές σπουδές μουσικής, αλλά και σοβαρή απώλεια εισοδήματος από τον περασμένο Μάιο λόγω «μνημονίου». Όχι ότι είχε παρατήσει ποτέ τη μουσική, αλλά όταν ήρθε ο Σεπτέμβρης και τα γαμημένα καταναλωτικά δάνεια της μάνας του τον έθεσαν προ του διλλήματος «φακελάκι στους μπόμπιρες ή Φρανκ Σινάτρα στους τουρίστες», αυτός επέλεξε, χωρίς δεύτερη σκέψη, τον «μεγάλο κρούνερ». Με επιχείρημα φοβερό ότι «αν πρέπει με το ζόρι να διαλέξεις μαφία», καλύτερα η έντεχνη.

-Ευχαριστώ! Και κάτι τελευταίο: οι τουαλέτες που βρίσκονται;

-Ακολουθήστε την ταμπελίτσα που λέει «Τουαλέτες».

*

Πολύ νερό, πολύ νερό στα μούτρα. Να φύγουνε τα αίματα. Και ξανά πολύ νερό. Και στα χέρια. Και το μηχάνημα που φτιάχνει θαλασσινές αύρες και παφλασμούς της τσέπης, φορητούς. Πέρνα τα χέρια σου απαλά και άφοβα από κάτω. Ένα μικρό αόρατο φως τα βλέπει όλα και δίνει εντολή να κλείσει το κύκλωμα. Να έρθει η θέρμη, οι άνεμοι και τα κύματα. Κι αυτό τ’ ηλεκτρικό καλοκαίρι που κρατά έξη δευτερόλεπτα όλο κι όλο. Κι αν δεν κώλωνε όμως και ξεβρακωνόταν επιτόπου, υπολογίζοντας τον χρόνο με την απλή μέθοδο των τριών; Στα έξη δευτερόλεπτα τόσο, στο για πάντα πόσο; Αν αποφάσιζε να μείνει εκεί, σφηνωμένος γυμνός, εκτεθειμένος στον θερμό άνεμο και τους ήχους μιας αυτόματης τροπικής παραλίας δίπλα απ΄ τους νιπτήρες; Αν το αποφάσιζε τελικά; Αλλά όχι… Λέει όχι κι έτσι έχουμε ακόμη μια χαμένη ευκαιρία το ίδιο βράδυ. Και στο για πάντα, με την απλή μέθοδο των τριών, μας κάνουνε πόσο;

* *

Πόρτες δίφυλλες π’ ανοίγουν διάπλατα κι ένα τρένο άνθρωποι πιασμένοι σφιχτά από τις λαγόνες. Οι άνδρες έχουνε τα σακάκια ριγμένα στους ώμους και τις γραβάτες στις τσέπες. Οι γυναίκες κουρασμένες γόβες στα χέρια και τα μαλλιά πιασμένα κότσους ξέσαλους απ’ τον ρυθμό και το απότομο της κίνησης. Μία πάνω το δεξί και μια τ΄αριστερό και μία το δεξί και μια τ’ αριστερό. Και παύση. Και τρία πηδήματα μπρος κι ένα πίσω και ξανά. Δεξί πόδι, αριστερό πόδι. Μπροστά πηγαίνει οδηγός κι Ερμής ψυχοπομπός, ασπρομάλλης κουστουμαρισμένος κύριος με κινήσεις που δείχνουν πως ξέρει τον χορό και τη μουσική και πριν καν να γεννηθούν οι υπόλοιποι. Κατευθείαν από το 45αρι των Forminx. Κι έτσι, την κρίσιμη στιγμή, θα γεμίσει αέρα το στήθος για να βγάλει την πολεμική κραυγή που θα σημάνει το τέλος της γιορτής: «Τζερόνιμοοοοο!»

«Ζντο-ζντο-ζτο! Φχαριστούμε αφεντικό!» και παλαμάκια και γέλια από την αγέλη των νέων και δυναμικών στελεχών της επιχείρησης. Ο ασπρομάλλης χαιρετά θριαμβευτικά κι ανταποδίδει : «Εγώ σας ευχαριστώ! Ευχαριστώ! Αλλά τώρα στα κρεβάτια σας: Η πρωινή συνεδρία θα ξεκινήσει στις 9 ακριβώς. Μας χρειάζεται ύπνος».

Στο παρά τρίχα γαμώ τον χριστό τους και θά ‘τρωγε την πόρτα στα μούτρα, ποδοπατημένος από μεθυσμένους γιάπιδες που χορεύουνε «Γιάνκα» αφήνοντας πίσω τους ερημιά και χάος… Τι δουλεία έχει να τραβιέται εδώ νυχτιάτικα; Του χρειάζεται και ύπνος.

Με τα φώτα σβηστά να κάνουν σήμα ότι το μαγαζί έκλεισε, μόνο οι λάμπες ασφαλείας δίνουν κάποια εντύπωση του χώρου: Παντού καναπέδες και πολυθρόνες και μαρμάρινα χαμηλά τραπέζια. Η μεγάλη μπάρα στο βάθος και κοπέλες με κόκκινα γιλέκα που μαζεύουν βιαστικά τα ποτήρια σ’ ένα μεταλλικό τρόλεϊ. Η μαύρη σιλουέτα του πιάνου με την ουρά ανοιχτή σκιάζει ένα πρόσωπο που μόνο το διακριτικό φώς του αναλογίου αφήνει να φανεί το χαμόγελο του. Ένας γρήγορος ρυθμός ξεκινά. Πολύ γρήγορος. Ένα αγαπημένο τραγούδι παιγμένο σε «σπέσιαλ» διασκευή για ένα χέρι στο πιάνο. Ένα δεξί χέρι που παίζεινευρικά και αγχωμένα σαν να ‘ταν η τελευταία του φορά. Γρήγορα! Γρήγορα! Να τελειώνουμε πια. Έ, άμαν!

Τα παπούτσια γλυστράνε και τον εμποδίζουν να διασχίσει την αίθουσα στον ρυθμό της μουσικής που του αρέσει. Καθώς πλησιάζει, το πρόσωπο πίσω από το πιάνο αποκαλύπτεται κι αφήνει να διαγραφούν πάνω του τα ίχνη της προσπάθειας που απαιτεί η εκτέλεση. Πιο γρήγορο τέμπο από το κανονικό, το κομμάτι εξαντλείτε σ’ ένα λεπτό και κάτι και ο μόνος στίχος που έχει απομείνει αισθητός είναι ένα αηδιασμένο και λυτρωτικό «ε, άμαν» που κανονικά δεν το βρίσκεις παρά σε μια ίσως, σπάνια πια, εκτέλεση από συναυλία. Στη διασκευή του Γιατρού όλοι οι άλλοι στίχοι τραγουδιούνται υποχρεωτικά και μόνο στο μυαλό του εκτελεστή και των ακροατών επίσης. ‘Ολοι μαζί, στη σιωπή και σε απόλυτη αρμονία.

Τους έκρυψε εδώ και χρόνια, όταν ένα σούργελο, απ΄αυτά που πέρασαν μισή ζωή να φοβούνται μη τους ρίξουν τίποτα στο σοφτ-ντρινκ και την άλλη μισή να σιχτιρίζουν που δεν τους συνέβη ποτέ, πήγε να του πουλήσει εξυπνακισμό και τζάμπα σωφροσύνη αμολώντας ένα αφελές ντεμέκ: «Ρε συ, για την πρέζα δεν μιλάει αυτό το τραγούδι;». Όχι κρετίνε! Για τη στεναχώρια της στέρησης μιλά το τραγούδι, αλλά για να καταλάβεις φιλαράκι, πρέπει να την έχεις στο στόμα…

* * *

Έκανε έναν κώλο πιο πέρα και -ταπ-ταπ- χτύπησε ελαφρά την δερματίνη του ρυθμιζόμενου πάγκου, στο νόημα «κάτσε ‘δώ δίπλα μου». Μ’ένα δάχτυλο σκούπισε το δάκρυ από τον καπνό του τσιγάρου, ενώ το χαμόγελο που ‘γινε γελάκι άφησε τη γόπα να φύγει από τα χείλη και να κυλίσει στα μάρμαρα: «Ρε θα το φτιάξω εγώ για σόλο τούμπα και θα μείνετε όλοι μαλάκες! Αγνώριστο θα το κάνω. Γκράν-σούξε σε όλα τα ωδεία της επικράτειας!»

-Δεν μπορεί, θα βάλεις και λίγο πιάνο για να ξεκουράζει το σόλο… τι; Φόρα-παρτίδα όλα τούμπα; Να μπορεί να το παίξει και κανείς…

-Ναι ρε! Όλα τούμπα με τη μια. Θα ‘ναι για δεξιοτέχνες. Για μεγάλα αστέρια που το ‘χουν στο στόμα! Κάτι σαν το καπρίτσιο του Παγκανίνι, το 24, ένα πράμα – λες να το κάνω και ‘γω παραλλαγές;

Κι αμέσως, σαν για να πείσει, άνοιξε τα σκέλια του χωρώντας τρυφερά στο κάθισμα, σφιχτά αγκαλιασμένο στον αέρα, το σώμα ενός αόρατου χάλκινου πνευστού. Δεξί χέρι στα έμβολα, αριστερό στον μεταλλικό αυχένα, πέρασε υγρασία στα χείλια με τη γλώσσα και για λίγο έκανε πως ψάχνει τάχα μου να βρει το αέρινο μποκίνο του οργάνου, υπολογίζοντας με ακρίβεια τις αναλογίες του σώματος: γόνατα-υπογάστριο-στήθος. Να δείχνει αληθινή η μίμηση μιας τόσο σπουδαίας, μιας τόσο τέλειας μηχανής: Ζεστές, κοφτές με τη γλώσσα στα δόντια, εκπνοές να γίνονται ήχοι σ’ ένα χάλκινο σώμα. Έσφιξε τη μάσκα του προσώπου για να βελτιώσει τον παλμό και πήρε βαθιά ανάσα, πριν ν’ αρχίσει να ψάχνει μια-μία τις νότες στο στόμα του. Με τη γλώσσα, με τα χείλια, με τα δόντια. Γλύφοντας, φιλώντας και δαγκώνοντας τα όγδοα που σκάζαν αγχωμένα στον αέρα:

Πα-πα-πα-πα-πα-πα-πα-πα,

Πα-πα-πα-πα-πα-πα-πα-πα,

Πα-πα-πα-πα-πα-πα-πα-πα,

Πα-παα-πα-παα-πα-πααα (τρις)

-Νάτο που βγαίνει… μια χαρά βγαίνει μωρέ… Παπάρια πιάνο… δεν χρειάζεται πιάνο. ‘Όλα τούμπα! ‘Όλα τούμπα σε λέω!

* *

*

Saint-Denis 23/XII/'10


Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

3.Τα δένδρα της πόλης: Κακές σκέψεις στη κουζίνα


-Πού είναι το σπαθί μου;

-(κάποιος κάνει πως δεν ακούει)

- Πού-εί-ναί-τό-σπά-θί-μού-λέ-ω;

-Το ποιο;

-Το σπαθάκι μου! Που είναι;

-Πάει το σπαθί σου! Το μάζεψε στη ντουλάπα ο μπαμπάς. Σπαθί τώρα, πάλι τις απόκριες … Καλοκαίριασε πια, κι εσύ όλο με το σπαθί στο χέρι ... Σπαθί. θά ΄χει πάλι του χρόνου!

-Θέλω το σπαθί μου!

-Δεν χρειάζεσαι σπαθί, λέμε! Και φύγε από δω μη λερωθείς με τα αλεύρια!

-‘Όχι! Όχι! Όχι!

-Ακούς τι σε λέω εγώ; Θα ‘ρθει τώρα η γιαγιά να σε πάρει να πάτε επίσκεψη.

-Μα το σπαθί μου…

-Είπαμε όχι! Σπαθί του χρόνου, που θα ντυθείς πάλι Ζορρό!

-Το σπαθί μου θέλω, σου λέω…

-Όχι! Και βλέπεις τι γράφει εδώ; Εδώ γράφει «ξύλο»!

-Τότε κι εγώ θα το βρω και θα σας σκοτώσω όλους!

-Α ναι; Τότε κι εγώ θα σου δώσω μια ανάποδη με τα δακτυλίδια να σε πάρουνε τα αίματα! Κακομαθημένε!

-Όλους! Όλους! Όλους! Με το σπαθάκι μου… Όλους σου λέω θα σας σκοτώσω!

-Λοιπόν, μικρέ, πλένω τα χέρια μου και έρχομαι να σε φτιάξω εγώ! Θα μετρήσω μέχρι το δέκα, και μέχρι να καθαρίσω τα ζυμάρια από τα δάκτυλα, κοίτα να ‘χεις μετανιώσει και να πεις «συγγνώμη μαμά»! Αλλιώς θα φας της χρονιάς σου. Λοιπόν, μετράω:

*

-Ένα…

Δέκα ένοχα δευτερόλεπτα αρχίζουν εδώ, με τον νεροχύτη να γίνεται κλεψύδρα, το βλέμμα του πιτσιρικά να εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα και τελικά να απογειώνεται στο ταβάνι της κουζίνας. Εκεί που πάνε και κολάνε κι οι κακές οι σκέψεις. Μαζί με τους ατμούς από τις κατσαρόλες και τα μαγειρέματα, και στάζουν μετά οικογενειακά δράματα στα κεφάλι μας! Και τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων: «Οικογενειακή τραγωδία: τους έσφαξε όλους με το ξίφος του Ζορρό!»

-Δύο…

Κοίταξε το μεγάλο μαχαίρι της κουζίνας και σκέφτηκε: «Αυτό κι αν είναι σπαθί! Θα το πάρω και θ' αρχίσω από τον μπαμπά !» Λέει να τον περιμένει στην πόρτα και με το που γυρίσει από το μαγαζί και θά ΄ναι πολύ κουρασμένος, θα σκάσει μια χαρτοσακούλα (μπαμ!) πίσω του, να τον τρομάξει. Αυτός θα γυρίσει να δει τι έγινε και τότε θα τον καρφώσει στη κοιλιά με το μεγάλο μαχαίρι της κουζίνας. Μετά ο μπαμπάς του θα πεθάνει. Για πάντα. Η μαμά του θα κλαίει και θα θέλει να τον δείρει στην αρχή. Σίγουρα θα θέλει! Αλλά θα της περάσει… Θα πρέπει να φύγουνε μαζί για να τον περνά χεράκι-χεράκι απέναντι στους μεγάλους δρόμους. Γι αυτό θα πρέπει να της χαρίσει τη ζωή.

-Τρια…

Αλλά θα πρέπει φύγουνε γρήγορα. Πριν έρθει η αστυνομία και προλάβει να γυρίσει η αδερφή του από το γυμνάσιο. Θα πάρει το σπαθί του από την ντουλάπα και θα της πει «μη φοβάσαι μανούλα» και «θα πάμε να κρυφτούμε μακριά» και «κάπου που ποτέ δε θα μας βρούνε». Στη Χαλκιδική! Ξέρει πολύ καλά τα μέρη εκεί. Τα έχει εξερευνήσει με την Γιώτα που ο μπαμπάς της έχει ταβέρνα στη Καψόχωρα. Θα πάνε με λεωφορείο, όπως πήγαιναν πριν κερδίσει το λαχείο ο μπαμπάς και πάρουνε το Νίσαν. Στο δρόμο θα ζαλίζεται από τις στροφές και η μαμά του θα μαλώσει με τον οδηγό για να κάνει στάση για εμετό. Θα του κρατάει το μέτωπο και θα του δώσει να πιει νεράκι στο τέλος.

-Τέσσερα…

Όταν φτάσουνε, θα βρούνε μια μεγάλη παραλία -ίσως τον Γλαρόκαμπο. Εκεί θα φτιάξουνε μια καλύβα ινδιάνικη με καλάμια που θα είναι το σπίτι τους. Θα βουτάνε στη θάλασσα κάθε μέρα, το πρωί και το απόγευμα και το βράδυ. Στα διαλλείματα θα ψαρεύουνε μουρμούρες και σπάρους με πετονιά για να έχουν να τρώνε κι αυτός θα ξεκολλά με το σπαθί του πεταλίδες από τα βράχια που είναι ωραίες με λεμονάκι. Η μαμά του θα κλαίει, που και που, γιατί θα θυμάται τον μπαμπά και τη μεγάλη του την αδερφή. Κι αυτός θα την παρηγορεί και θα της λέει «αφού ρε μαμά ήτανε κακός!» Κι αυτή θα τον αποπαίρνει με αυστηρότητα: «Δε σου έχω πει ότι δε λέμε ‘ρε’;».

-Πέντε…

Το χειμώνα που κάνει κρύο και νυχτώνει νωρίς, θα ανάβουνε έναν μικρό φακό κι αυτή θα του μαθαίνει τα γαλλικά που έμαθε από τις καλόγριες στο Καλαμαρί, και που τόσο ντρέπεται να τα μιλά, μην την περάσουν για ξιπασμένη οι συνάδελφοι στο γραφείο. Και θα τα μάθει καλά και θα τα μιλάνε οι δυο τους για να μη καταλαβαίνουν οι άλλοι τι λένε, σα να ήταν μυστική γλώσσα. Και θα περνάει ο καιρός πολύ ωραία. Και θα έχουνε γίνει κατάμαυροι από τον ήλιο, με το σημάδι από το μαγιό να δείχνει τη διαφορά από το πόσο άσχημα ήτανε πριν τα πράματα.

-Έξη…

Μετά θα‘ρθει το καλοκαίρι και θα γεμίσουνε πάλι οι παραλίες με αδειούχους και μικρά παιδιά με μπρατσάκια στα χέρια. Οι γονείς τους τα έχουν βαρεθεί και τα αφήνουν επίτηδες να χαθούν ανάμεσα στις πολλές ομπρέλες, στις πετσέτες και στις ψάθες. Η δικιά του η μαμά τότε θα τα βρίσκει, θα σκουπίζει τα δάκρυα και τις μύξες τους και θα τα φέρνει να ζήσουνε μαζί μας. «Εμπρός λοιπόν, ας το γιορτάσουμε! θα στύψω λεμονάδα και θα φτιάξω τούρτα φράουλα για όλο τον περήφανο λαό των χαμένων παιδιών του Γλαρόκαμπου! Και μεγάλος αρχηγός ο πιτσιρικάς και πατροκτόνος κανακάρης μου!» Και με δάκρυα περηφάνιας στα μάτια θα του πει: «έλα δω να σε φιλήσω καμάρι μου!» Κι αυτός θ' ανταποδώσει τρυφερά: «κι εγώ σ' αγαπώ μαμά μου!»

-Επτά…

Μέχρι που ένα πρωί, κατά τα τέλη του Αυγούστου, θα σταματήσει με θόρυβο στην ακρογιαλιά ένα αμάξι μάρκας Νίσαν και θα κατέβει (τι έκπληξη!) ο μπαμπάς του ζωντανός! Ο-λο-ζώ-ντα-νος! Θα φορά μαγιό και σαγιονάρες, θα έχει μια πετσέτα στον ώμο και θα φωνάζει χαιρέκακα: «ώστε εδώ είστε πουλάκια μου και σας ψάχνω». Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί… γιατί... είναι μικρός ακόμα, και δεν ξέρει να σκοτώνει καλά τους γονείς του. Κι ύστερα, γιατί έχουνε και πολλούς γιατρούς, που είναι εκεί για να τους κάνουν καλά. Η αδερφή του θα είναι καθισμένη στη θέση της συνοδηγού -που κανονικά είναι της μαμάς και της την πήρε. Θα σκύψει και θα βγάλει ένα πολύ-πολύ μεγάλο μαχαίρι της κουζίνας από το ντουλαπάκι που βάζουνε τα γυαλιά ηλίου, τους χάρτες και τις δραμαμίνες. Και θα το δώσει στον μπαμπά της και θα του πει «μπαμπακούλη μου, νάτος! νάτος ο μικρός! κοίτα εσύ να τον σκοτώσεις καλά γιατί, εκτός των άλλων, ήθελε να πάρει για δικό του και το παλιό μου το ποδήλατο, ο μπάσταρδος, και ‘γώ στο μεταξύ θα τους χαλάσω την καλύβα!»

-Οκτώ…

Και θα πλησιάζει ο μπαμπάς του απειλητικός με το πολύ-πολύ μεγάλο μαχαίρι στο χέρι και ένα μεγάλο χανσαπλάστ στη κοιλιά του λέγοντας «για έλα εδώ μικρέ να σου πω!» Κι ο μικρός τότε θ’ αρχίσει να φωνάζει τη μαμά του, στα γαλλικά, για να μη τους καταλάβει ο αντίπαλος: «Μaman, ma petite maman!» και θα ζητά το σπαθί, «το σπαθάκι του, καλέ», για τη μονομαχία -«Mon épée, ma petite maman!, Mon épée vite ! Oh, ma maman !» Αλλά μάταια… Μάταια, γιατί αυτή ήθελε να του πει από καιρό, αλλά δεν έβρισκε την ευκαιρία. Την φοβερή αλήθεια, ότι δεν τον αγαπάει πια! Θα του γελάσει τότε στα μούτρα και θα του ‘πει με τραγουδιστή φωνή: «Oh, mon petit choux ! Là-maintenant, tu saigneras… tu saigneras à mοοοοort, mon petit! Μon petit choux, tu crèveras pour de bon …» Κι έτσι θα γίνει ακριβώς. Τι άνιση μάχη! Και τι προδοσία!

-Εννιά…

Κι ύστερα θα μπούνε στ΄ αμάξι οι τρεις τους -μαμά, μπαμπάς και αδερφή- και θα φύγουνε να φάνε ψαράκια στο Μάλτεπε και θα βάλουνε και μουσική και θα τραγουδάνε στο δρόμο τραγούδια του Γιάννη Πάριου. Κι αυτός θα μείνει μόνος του. Μόνος, καλά σκοτωμένος στην άμμο. Με μια μεγάλη τρύπα να χάσκει στην κοιλιά και τους γλάρους να τον τρώνε κομματάκι-κυματάκι. Γιατί όσο ζούσε o κακομαθημένος, κάθε πρωί, ρουφούσε κι από ένα αβγό απ’ τις φωλιές τους και δεν είχανε πια γλαρόπουλα. Κι ήταν πολύ καλά θυμωμένοι μαζί του και αυτοί. Και πολύ μόνοι, επίσης.

Κι ένα πλαστικό σπαθί του Ζορρό χωμένο στην άμμο, να θυμήζει τα λάθη του.

-Δέκα… κι έρχομαι να σου δείξω εγώ…

* *

Να μια ωραία παιδική ιστορία για να πλαντάξεις στο κλάμα. Δέκα δευτερόλεπτα κακές σκέψεις στη κουζίνα και μια ζωή-φρίκη παντού. Για να καταφέρεις να συγκινήσεις κάπως, μπας και σώσεις τα παιδικά σου δοντάκια από τη σφαλιάρα που έρχεται. Κι ενώ ο τρόμος σε έχει καταλάβει για τα καλά και τα δάκρυα που διαθλούν το βλέμμα σου σε εμποδίζουν να δεις τα μελλούμενα, κάποιος που κατά βάθος ξέρει πόσο ακριβά σου κοστίζει και τώρα και για πάντα η προδοσία του, έρχεται σιγά-σιγά προς το μέρος σου. Μη! Μη κάνεις να φύγεις! Θέλει να σε πάρει αγκαλιά! Να σε ξαπλώσει στα γόνατα του στον εμπριμέ καναπέ του σαλονιού, και να σε κλάψει. Σε μια αυθεντική σκηνή πάθους. Μία «πιετά» με τα όλα της, με την «μάτερ ντολορόζα» να βαστά στην αγκαλιά της το κορμί του άδικα σκοτωμένου παιδιού της σε μιαν ακρογιαλιά της Χαλκιδικής. Στα ψέματα, βέβαια… Στα ψέματα και για παιχνίδι.

* * *

- Εντάξει… εντάξει… μη κλαις λαχανάκι μου… μη κλαίς άλλο. Θα στο δώσω το σπαθί σου. Κρυφά από όλους. Θα είναι όμως μυστικό δικό μας. Τα βράδια θα μου το δίνεις να το κρύβω, μην καταλάβουν οι άλλοι και σου πάρουν τα όπλα σου. Και θα μου δώσεις το λόγο σου να μη σκοτώσεις πια κανέναν με αυτό. Όχι άλλα αίματα. Εντάξει; Όχι άλλα αίματα. Μη κλαις τώρα άλλο… Φτάνει… Φτάνει τώρα λαχανάκι μου…

- Πέστο το στα γαλλικά μαμά! Πέστο μου στα γαλλικά! Μόνο για μένα…

- Ποιο; Το «λαχανάκι μου»; - Ορίστε και στα γαλλικά: « Mon petit choux… mon tout petit choux… » …


* *

*


Paris 21/XII/'10

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

2.Τα δένδρα της πόλης: Μια μπουνιά στη μύτη

Στην αρχή ήταν κατά λάθος. Από ατύχημα. Πριν είκοσι χρόνια, μια φιλική μπουνιά που κατέληξε κάπως άγαρμπα στη μύτη. Παίζανε ένα παιχνίδι δικό τους τότε στη παρέα που το λέγανε «γαμώ τη μάνα σου». Εκεί που όλα ήταν ωραία και καλά, κάποιος ξεκινούσε και την έπεφτε στον πιο κακομοίρη της στιγμής, με ψεύτικη οργή και στο άσχετο, φωνάζοντας «τι είπες για τη μάνα μου ρε;». Όλοι οι άλλοι τότε αμέσως μπαίνανε στο νόημα κι αρχίζανε τάχα να ρωτούν κι αυτοί απορημένοι «τι είπε για τη μάνα του;» και «τι είπε για τη μάνα του;», μέχρι που στο τέλος, κάποιος τσογλαναράς έπαιρνε πρωτοβουλία και ανακοίνωνε μες στην τρελή χαρά: «εγώ τον άκουσα που είπε ότι σου γαμεί τη μάνα». «Τη μάνα μου ρε;» αναρωτιόταν ο και ντεμέκ θιγμένος φωναχτά και το γενικευμένο ξύλο άρχιζε, στο φιλικό πάντα, με όλους ανεξαιρέτως να ισχυρίζονται ότι σώνει και καλά τους γαμούσανε τη μάνα.

Σε μια τέτοια παρτίδα «γαμώ τη μάνα σου», λοιπόν, στο άγαλμα του Καρατάσου, Δεκέμβρη και με χιόνια την έφαγε στη μύτη την συναδελφική την άγαρμπη. Τον πήραν τα αίματα, έχασε για λίγο το φώς του, πόνεσε, φώναξε, σιχτίρισε και, το πιο περίεργο, με τη μύτη στα αίματα όλα άρχισαν να του μυρίζουν θάλασσα, πρόδρομο ίσως σημάδι μπελάδων που θα τον ακολουθούσαν για χρόνια. Χοντρές στάλες αίμα πέφτανε στο χιόνι και το λιώνανε κόκκινο, ενώ ο άγαρμπος και λοιπά φιλαράκια, παίζανε τώρα τους καλούς Σαμαρείτες με χαρτομάντιλα στα χέρια και τσακώνονταν για το πού να γύρει το κεφάλι του το θύμα (μπρος ή πίσω;), μπας και σταματούσε η ρινορραγία. Σε λίγο έχασε κι όλους τους ήχους από τριγύρω εκτός από αυτόν της θάλασσας που μύριζε στο μυαλού του. Μόνο τον φλοίσβο κάποιων κυμάτων άκουγε να χτυπούν στα ιγμόρεια κι από ‘κει και μέσα απ΄ τα κόκαλα του κρανίου, να καταλήγουν στ’ αυτιά του.

Κάποια στιγμή, σαν να μην άντεχε άλλο το τσίρκο που ‘χαν στήσει γύρω του τα αδίστακτα φιλαράκια , τους μέριασε με μια κίνηση του χεριού και βγήκε δυο βήματα, παραπατώντας μπροστά τους. Σαν κάτι να χε δει και σιγά-σιγά άρχισε να γονατίζει στο χιόνι και με το αίμα να τρέχει ακόμα. Ακολουθώντας τις στάλες στη τροχιά τους έσκυψε το κεφάλι του αργά, μέχρι μια πιθαμή από τις κόκκινες νιφάδες. Κάτι πρέπει να πήγε στραβά στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή, γιατί το μόνο που βρήκε να πει ο κόπανος, ξεκολλώντας με δυσκολία το ‘να χείλι απ΄ τ’ άλλο, ήταν η λέξη «γρεναδίνη». Δηλαδή σιρόπι από ρόδια. Κόκκινο, φανταχτερό, πηκτό σιρόπι σαν φρέσκο αίμα, καθαρό. Ποιος ξέρει τι άλλο να θυμήθηκε και πώς του ήρθε, πάντως αυτό βρήκε να πει: «Γρεναδίνη»!

*

Καιρό μετά μου έλεγε, ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάτι περίεργο έπαιξε: «γρεναδίνη-αίμα-χιόνια», εικόνα, λέξεις και σκέψεις μαζί, ήρθαν και σαν σβόλιασαν στο μυαλό του αφήνοντας ένα χνάρι που αν και το βλέπει στο κεφάλι δεν μπορεί να το περιγράψει με τίποτα. Ούτε καν να το ζωγραφίσει. Αλλά είναι εκεί πάντα. Και μπορεί να το δει όποτε θέλει. Το πιο θαυμαστό όμως , έλεγε πάλι, είναι το ότι με το που ήρθαν και κόλλησαν αυτά στο νου του, εκεί που ήταν μέσα στα αίματα και τα μούτρα στα χιόνια, άρχισε να νιώθει το κορμί του να παγώνει από μέσα και ήταν σα να γέμιζε κρύσταλλα παντού και ψυκτικό υγρό στις φλέβες. Δεν κρύωνε όμως. Απλά ήταν σα να ‘χε παγώσει το σύμπαν μέσα του με τη μία κι ένιωθε να ‘χει βαρύνει πολύ και κάθε μόριο του κορμιού του να έχει γίνει σα διάφανο ορυκτό που ζύγιζε τόνους. Είχε βρεθεί, στα ξαφνικά, να ‘ναι αναίσθητος στον πόνο και στην κάθε εξωτερική επαφή, και με τον ήχο και τη μυρωδιά της θάλασσας να έχουν κι αυτά το ίδιο ξαφνικά χαθεί. Κι εκεί που λέγανε να τον πάνε στο «Κεντρικό» που ήταν στα πενήντα μέτρα να τον δούνε οι γιατροί, νάσου να σηκώνεται σένιος και άνετος -με κάποιο ζόρι , είναι αλήθεια, λόγω που τα κρύσταλλα μέσα του ήταν βαριά - να τινάζει το χιόνι από τα γόνατα, και ούτε αιμορραγία, ούτε πόνος, ούτε τίποτα .

Σίγουρα δεν είναι οι λέξεις μαγικές και κάποια εξήγηση που στέκει με τη λογική θα υπάρχει –αυθυποβολή, ίσως και οι συνέπειες καμιάς αφρόντιστης διάσειση. Είναι όμως μεγάλο πράμα να μπορείς να παγώνεις το κορμί σου όποτε θέλεις κάνοντας το στη στιγμή ένα αναίσθητο, κρυστάλλινο τομάρι. Με μια σκέψη, μιαν εικόνα, τρεις «ό,τι-να-ναι» λέξεις να γίνεσαι υπεράνθρωπος που δεν καταλαβαίνει τίποτα και δε φοβάται την επαφή και τον πόνο. Ικανός να σταματήσεις αιμορραγίες και ν’ ανακουφίσεις τις πληγές σου. Και δεν μιλάω μόνο για τις φάσεις όπου παίζει ξύλο και τσαμπουκάδες και ορμάς στο χαμό ασκεπτί γιατί ξέρεις ότι δεν θα καταλάβεις τίποτα, όσες κι αν μαζέψεις.

Για παράδειγμα, λίγο καιρό μετά, είναι κατά το Πάσχα, κι είμαστε αραχτοί με άλλους συμμαθητές στα πεζούλια της Γούναρη. Μια πουτάνα μέλισσα πάει και τσιμπά την Ελένη στο στήθος ακριβώς. Ε λοιπόν, αυτός ήταν που έβγαλε με το τσιμπιδάκι το κεντρί και όχι ο καραγκιόζης ο φαρμακοποιός που εντυπωσιασμένος από τέτοιες δεκαεξάχρονες βυζάρες, έτρεμε σαν να χτυπά φραπέ κάθε φορά που ‘κανε να την αγγίξει. Και ήτανε και λεπτοδουλειά, όχι μαλακίες… «Δεν κατάλαβα τίποτα» του είπε αφού της έβαλε και την αλοιφή. «Ούτε κι εγώ», ανταπάντησε κι ο άλλος, που είχε αρχίσει να μαθαίνει φαίνεται, ότι καλά τα χάδια, καλά και τα χαστούκια και τα λοιπά παθιασμένα εργόχειρα, αλλά αν είναι ν’ ακουμπάς ξένα τραύματα καλύτερα νά 'χεις τα χέρια αναίσθητα και παγωμένα από μέσα, σαν τα δικά του.

* *

«Να πας για τα παυσίπονα και το κολάρο αύριο πρωί-πρωί» της είπε καθώς την άφηνε στη διασταύρωση πάνω από την Ροτόντα. Θέλησε να κάνει και μια κίνηση να χαιρετήσει, αλλά νιώθοντας τη δόνηση του κινητού στη τσέπη -σημάδι ότι είχε αρχίσει να ανακτά τις αισθήσεις μέσα του- έχασε πολύτιμο χρόνο και η άλλη είχε ήδη γυρίσει τη πλάτη. «Μοναστηρίου 8», έλεγε το μήνυμα και είχε πάει και 2 τη νύχτα. Του ‘λειπε και ύπνος, αλλά τουλάχιστον θα μπορούσε να φορτωθεί στον Γιατρό, ίσως και για όλες τις υπόλοιπες μέρες. Βέβαια, καλά θα ήταν να έσκαγε τώρα και με τις παρτιτούρες που του 'χε παραγγείλει, αλλά ήταν στα μπαγάζια του που τα ‘χε αφήσει στο πατρικό. Κι ύστερα αύριο ήταν Σάββατο και θα ‘χαν μια χαρά χρόνο και γι’ αυτά.

Στάθηκε παραδίπλα από την Καμάρα και σταμάτησε ταξί. «Μοναστηρίου, στην αρχή της, παρακαλώ» έδωσε γραμμή στον ταξιτζή και άραξε την πλάτη χαλαρός στο πίσω κάθισμα καθώς τον εγκατέλειπαν το κρύο και τα κρύσταλλα από μέσα του. Έσφιξε τις χούφτες του να μπουν τα νύχια στις παλάμες για να σιγουρευτεί πάλι ότι νιώθει ξανά κι έκλεισε τα μάτια, καθώς τ’ αμάξι γκάζωνε να προλάβει τα φανάρια της Εγνατίας. Η επιτάχυνση έριξε το κεφάλι του προς τα πίσω και μια θαλασσινή μυρωδιά του ήρθε στα ρουθούνια. Ήχοι από κύματα μικρά, σαν αυτά που σκάν στις αμμουδιές τα καλοκαιριάτικα βράδια, άρχισαν να διαπερνούν το κρανίο του. Προσπάθησε να θυμηθεί από πού έρχονταν οι ήχοι και οι οσμές, αλλά είχε αρχίσει να του βγαίνει η κούραση. Δευτερόλεπτα αργότερα, ό ήχος από το σι-μπί τον έφερε αντιμέτωπο με το έντρομο βλέμμα του ταξιτζή στον καθρέφτη: «Φιλαράκι, ρε συ , τρέχει αίμα η μύτη σου!».

* *

*

Paris 18/XII/10

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

1.Τα δένδρα της πόλης: Εισαγωγή της Αναλήψεως το ΄79 - ή μήπως το ’80;

Είναι μια ιστορία σ’ έναν μικρό κήπο. Σ’ ένα δρόμο μικρούτσικο, στο κέντρο. Στον ακάλυπτο μιας ρημαγμένης παλιάς οικοδομής, τέσσερα πατώματα. Ο κήπος είναι στρωμένος τούφες-αγριάδα και διαβολόχορτα. Δεν τον βλέπει ήλιος, παρά μόνο καλοκαίρια, όταν χτυπά στη τζαμαρία απέναντι. Μα έχει φως. Πως δεν έχει. Δεν είναι σκοτεινά. Και δροσιά έχει. Και τοίχους καταπράσινους με βρύα που φυτρώνουν στην υγρασία των γύψων απ’ τις βροχές και τις φασίνες κι ας είναι πια σχεδόν καλοκαίρι. Είναι ένας μικρός κήπος και γύρω-γύρω ψηλές οικοδομές με τους σοβάδες, έτοιμους να πέσουν. Και ρωγμές, πολλές ρωγμές ακόμη, παντού. Έχει και φωνές άγριες απ’ έξω. Κάποιοι βρίζουνε στον μικρό δρόμο. «Πού ‘σαι ρε πούστη να σε σκίσω», να σε κάνω να σε δείξω, «γαμώ τη μάνα σου», μπλα-μπλα, «το μουνί της», μπλα κι άλλα τέτοια, διάφορα. Στον μικρό δρόμο, δέκα νούμερα όλα κι όλα, έχει μύρια πράγματα να γράψεις, αλλά τώρα κοιτάμε το ένα: το πράσινο φώς της μέρας να βγαίνει απ’ τα χρωματιστά τζαμάκια μιας σιδερένιας πόρτας στο βάθος της εισόδου, δίπλα στο κλιμακοστάσιο του αριθμού 6. Πράσινο φώς που δεν φαίνεται τώρα, γιατί πάει και κολλά όλο στο πράσινο ρούχο του ιδρωμένου χωροφύλακα που βρίζει κι αυτός λαχανιασμένος με το πηλίκιο στο ένα χέρι και το άλλο π΄ ακουμπά ολόκληρο σ΄ένα παρκαρισμένο Ντάτσια.

Η πόρτα είναι μισάνοιχτη πάντα και μια κοτρώνα πιο κει να την κρατάει. Από πίσω ο κήπος. Αριστερά, μια σκαλωσιά πανύψηλη, ντυμένη όλη καφετιά λινάτσα. Σκιές μαστόρων σοβαντίζουνε έναν γκρίζο τοίχο της διπλανής οικοδομής εδώ και βδομάδες. Όχι σήμερα όμως, που είναι γιορτή-μεγάλη και αργία. Δεξιά, στενά μπαλκόνια φορτωμένα άσχημα πράματα: σκούπες, σκάφες, παιδικά ποδήλατα, ρωγμές και μπουγάδες. Θόρυβος ξαφνικός από κλαδιά και φύλα –ίσως ένα αεράκι. Μια μπαλκονόπορτα μισάνοιχτη στον δεύτερο κι από μέσα ραδιόφωνο με την εκπομπή της «Κολούμπια παρουσιάζει» και κουβέντες που δεν φτάνουν καθαρές στο αυτί. Ένα μικρό κορίτσι κυλιέται στα χόρτα. Γελάει και σέρνεται κατά το δένδρο. Έχει μια κερασιά ο κήπος αυτός από πάντα. Από παλιά. Και πριν τις αντιπαροχές και πριν ακόμη τη φωτιά του ‘17. Εδώ ήταν η «περίκαυστος», ακριβώς. Τσάφ, στο όριο και τα υπόλοιπα, στάχτες..

Το κορίτσι σέρνεται σαν ξανθό σκουλήκι αρπάζοντας με τις χούφτες τα χορτάρια. Σέρνει τα πόδια του σα να ΄ναι ξένα, «το-καημένο-μωρέ», αλλά και, καρ-καρ-καρ-καρ, το σκασμένο, γελά ασταμάτητα. Φτάνει μπροστά στα πόδια ενός άνδρα που τρέμει ακόμα αέρινος. Δίνει μια με φόρα -χοπ- κι αρπάζεται γερά απ’ τα μπατζάκια του. Με δύναμη. Έι-οπ! Με δύναμη! Έι-οπ! Με δύναμη. Πάνω κάτω πηγαίνει ο αέρινος άνδρας. Κουνιούνται τα κλαδιά, κουνιούνται και με σαματά τα φύλα. «Που σαι ρε πούστη» να φωνάζει κι ο μπάτσος απ’ έξω στο δρόμο -το βιολί του αυτός- χαστουκίζοντας από την τσαντίλα το καπό του Ντάτσια και με το πράσινο φώς ακόμη κρατούμενο στο ασορτί ρούχο. Κι ο σαματάς να σηκώνεται. Και ξανά-μανά κουβέντες και ραδιόφωνο από τον δεύτερο. Ώσπου στο τέλος, να! Να που πιάνει το κόλπο της μικρής και να που πέφτουν, επιτέλους, μυστήρια φρούτα από τον ουρανό και τα κλωνάρια. Και «ξανά… ξανά, ξανά!» Και δώστου: και πάνω-κάτω ο άνδρας και τα κλαδιά και τα φύλα. Και πάνω-κάτω με δύναμη. Έι-οπ! Έι-οπ! Και το κορίτσι που σκούζει με τρελή χαρά: «Κεράσια! Κεράσια!» Και μες στο σαματά και τη βροχή-κόκκινα φρούτα και μπουμπουνητά-θροΐσματα, να και μια φωνή, στα ξαφνικά, να τσιρίζει μέσα από χαλαρά μάγουλα χτυπημένα με απόγνωση:

«Αχ! Παναγιά μου! Τον άνθρωπο! Τον άνθρωπο καλέ! Πάει!» και «Πάει!» και «Γιοκ-γιοκ-γιοκ!» Που για όσους δεν ξέρουν, είναι λέξη τούρκικη που την λέμε κι εμείς καμιά φορά, σχίζοντας την ίδια στιγμή με την παλάμη τον αέρα. Λέξη που ανάμεσα σε άλλα πολλά, μπορεί να σημάνει και «τέλος».

*

Αυτά λοιπόν για αρχή και πάμε λίγο πάλι:

Είναι αυτή, λοιπόν, ιστορία σε έναν μικρό κήπο. Ιστορία για κορίτσια κι οπωροφόρα δένδρα της πόλης. Στο λέω να το ‘χεις στο νου σου γιατί θα γράφει κι άλλα διάφορα παρακάτω και κάπως μπερδεμένα, οπότε σε παρακαλώ να προσέχεις! Μη χάσεις τη σειρά και δεν καταλάβεις τίποτα στο τέλος. Κι είναι ιστορία και για άλλα πολλά ακόμη: ιστορία για ντροπή, ιστορία για στεναχώρια, ιστορία για τη μοναξιά καποιανού που κυνηγάνε. Ιστορία για ταλαιπωρημένες ραχοκοκαλιές και αρχαίες κολόνες. Ιστορία για περίεργες διαγνώσεις και αγίους που γουστάρουνε μαρτύρια και, στο καπάκι, ιστορία πού ΄χει και μουσική και λίγα ακόρντα-δώρο, παιγμένα κατά περίπτωση σ’ ένα πιάνο με ουρά ή μια μεθυσμένη κοπέλα. Αλλά κι άλλα πολλά, που όλα τους μπορούν να προκαλούν και κάποιο πόνο, οπότε και χρήζουν προσοχής και συστηματικής παρακολούθησης, χωρίς να ΄ναι και του θανατά, ωστόσο. Σαν τιμημένα ξίφη οκτάχρονων Ζορρό που όσο και να σφάξουν, ξέρεις κάπου και καλά στο φινάλε, ότι δε θά κοβαν στ’ αλήθεια, ούτε καν κι αυτή την ψολή του πεθαμένου του παππού σου.

* *

*

Salonique, 10/XII/10

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

0. Τα δένδρα της πόλης: Παράθεμα







" Jean Rombaud was so taken by Anne that he was shaken. Rombaud found it so difficult to proceed with the execution that in order to distract her and for her to position her head correctly, he may have shouted, "Where is my sword?" just before killing her". Fraser, A. (1994) The Wives of Henry VIII. New York: Vintage Books.

* *

*

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Το χαμένο γκολ της 20ης Ιούνη του ΄78

Έχει μια βδομάδα που ΄χει τελειώσει το σχολείο. Θυμάμαι ακόμα τη γιορτή στη τάξη της κυρίας Λόλας στο υπόγειο νηπιαγωγείο του Ιωαννίδειου: θυμάμαι το ποιηματάκι που έμαθα απέξω για την περίσταση, θυμάμαι τους φίλους να καθόμαστε στους ξύλινους πάγκους μπροστά στο κουκλοθέατρο και τους γονείς απέναντι, θυμάμαι την κυρία Άννα να μας βάζει πάλι τις φωνές γιατί βρεχόμαστε στις βρύσες, θυμάμαι να κυνηγιόμαστε με χρωματιστές ζελατίνες στα μάτια απ' αυτές που τύλιγαν τα ζαχαρωτά "ευζωνάκια" του σχολικού κυλικείου. Του χρόνου η αδερφή μου θα πάει γυμνάσιο και γι' αυτό της έδωσαν "απολυτήριο", χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι την έδιωξαν από το σχολείο και σε αντίθεση με τον πατέρα μου, ο οποίος μας είχε συνηθίσει μέχρι τότε σε πιο κοινές και πιο στενάχωρες χρήσεις της λέξης "απόλυση". Διακοπές δε θα πάμε φέτος στη Καψόχωρα γιατί ο μπαμπάς μου δεν έχει άδεια και θα τη βγάλουμε μάλλον με μπάνια τα σαββατοκύριακα στην Επανομή. Έχει και Μουντιάλ στη τηλεόραση, που είναι όταν "παίζουν ποδόσφαιρο μεγάλοι, κι όχι ο ΠΑΟΚ, κάπου μακρυά".

"Στην Αργεντινή!", λέει ο ξάδερφος μου που μόλις τελείωσε την πρώτη γυμνασίου και έχει μανία με τη γεωγραφία αλλά και το ποδόσφαιρο.Προσπαθεί να μου εξηγήσει πού είναι η Αμερική αλλά σκοντάφτει στο πεντάχρονο μυαλό μου. Βέβαια είναι Άρης, αλλά ο πατέρας μου, που είναι και νουνός του, τον αντιμετωπίζει με κατανόηση. Αντίθετα με μένα που όποτε τολμήσω να φωνάξω ο "ΠΑΟΚ είναι κουρέλα", προκειμένου να κερδίσω το πατρικό ενδιαφέρον, καταλήγω με τρόπο συστηματικό τιμωρία κλειδωμένος στο μπάνιο, με κλειστό το φως. Ο πατέρας μου είχε από πάντα "αρχές"! Στο "τέλος" είχε όμως δυσκολίες κι αν δεν ήταν η μάνα μου να ανακαλύπτει ότι το μπάνιο ήταν πάλι κλειδωμένο, είμαι σίγουρος ότι θα είχα αφήσει προ πολλού τα παιδικά μου κόκαλα στη μπανιέρα.

*

Ο ξάδερφος μένει στη Βέροια, αλλά από Σεπτέμβρη θα μετακομίσουν οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη και θα μένουν ακριβώς από πάνω μας, στον τρίτο, και ακριβώς κάτω από τη γιαγιά τη Δήμητρα και τη θεία που μένουν στον τέταρτο. Λένε ότι εκείνη τη Τρίτη είχε ζέστη, αλλά εγώ δε θυμάμαι. Έχω πάει βόλτα στη παραλία με τον "Ντιντίνια" -έτσι φωνάζω τον ξάδερφο- και έχει υποσχεθεί ότι θα με γυρίσει σπίτι με το που ανάψουν τα φώτα του Δήμου στη Γούναρη, δηλαδή γύρω στις οκτώ, οκτώμισι. Έτσι κι αλλιώς έχει ματς το βράδυ, Ιταλία-Αυστρία και βιάζεται να το δει παρέα με τον πατέρα μου στο σαλόνι. Το μάτς θα τελειώσει 1-0, με γκολ του Ρόσσι στο 14', αλλά κανείς ακόμα δεν μπορεί να φανταστεί εκείνο το απόγευμα ότι κανείς Σαλονικιός δεν θα δει και δε θα θυμάται αυτό το ορφανό γκολ. Στο γυρισμό, θυμάμαι ότι ο ξάδερφος μου αγόρασε από το περίπτερο στα Ηλύσια ένα Μίκυ Μάους και υποσχέθηκε να μου το διαβάσει. Εγώ πάλι υποσχέθηκα, για να τον ευχαριστήσω, να φωνάξω "ζήτω ο Άρης" με το που φτάσουμε στο σπίτι. Έχει πέσει το σούρουπο, είμαστε στη Γούναρη με Τσιμισκή και στρίβουμε την Ισαύρων που είναι ακόμη ένα μικροσκοπικό σκοτεινό δρομάκι. Φτάνουμε στο σπίτι. Όλοι τους είναι στο μπαλκόνι και πίνουν καφέ. Μαζί και οι θειες μου. Μιλάνε για το γυμνάσιο που θα πάει η αδερφή μου που δεν το λένε πια "1ο Θηλέων" γιατί είναι πλέον "μεικτό". Δεν καταλαβαίνω Χριστό από τη συζήτηση κι έτσι προτιμώ να παίζω με κάτι πασχαλίτσες που μάλλον έχουν κάνει φωλιά πίσω από τη γλάστρα, στην υδρορροή του μπαλκονιού. Τις μαζεύω μία-μία στη χούφτα μου με προσοχή. Κάποια στιγμή, πλησιάζω την αδερφή μου, σηκώνω τον γιακά της στο σβέρκο κι αφήνω να γλιστρήσουν οι πασχαλίτσες στη πλάτη της. Με μιας ο χρόνος αρχίζει να τρέχει ξέφρενα. Η αδερφή μου βάζει τις φωνές. Μου χώνει ένα χαστούκι. Πονάω και μπήγω τα κλάματα. Οι μεγάλοι προσπαθούν να καταλάβουν τι έγινε. Η αδερφή μου φωνάζει. Εγώ αρπάζω τη μικρή σχάρα της υδρορροής του μπαλκονιού και χτυπώ την αδερφή μου στο χέρι. Το πουκάμισο της σκίζεται και ματώνει. Οι μεγάλοι προσπαθούν ακόμη να καταλάβουν τι έγινε κι εγώ είμαι πλέον σίγουρος ότι όποιος και να κερδίσει απόψε στο Ιταλία-Αυστρία, αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει τη μοίρα μου: θα φάω πολύ, μα πάρα πολύ ξύλο απόψε!

*

Έχει πάνω από ώρα που κλαίω ασταμάτητα. Οι θειες έχουν φύγει, και η μητέρα μου, μου έχει φορέσει κάτι χάλια ροζ πιτζάμες και με κρατά στην κρεβατοκάμαρα. Απ' έξω παραμονεύει η αδερφή μου και ο πατέρας μου που συναγωνίζονται για το ποιος θα με τσακίσει πρώτος. Κάποια στιγμή η μητέρα μου πετάγεται σαν ελατήριο κι αρχίζει να γρυλίζει. Ορμά στη πόρτα κι αρχίζει να μαλώνει τον πατέρα μου. "Τον έχετε τρομάξει το μικρό, με τα καμώματα σας! Τώρα θα κοιμηθεί και μη τολμήσει να τον πειράξει κανείς σας". Φωνάζουν και οι δύο πολύ. Τσακώνονται για την πάρτη μου. Κατεβαίνω από το κρεββάτι και βγαίνω στο διάδρομο. Η αδερφή μου με βλέπει. Έχει ένα τσιρότο στο αριστερό χέρι. Κάνει να ορμήσει να με πιάσει. Τρέχω και κρύβομαι πίσω από τη φούστα της μάνας μου. Φωνάζουν και οι δύο πολύ. Πάρα πολύ κι είμαι βέβαιος ότι σε λίγο θα καταφτάσει η γιαγιά η Δήμητρα από τον τέταρτο να μας κατσαδιάσει όλους ανεξαιρέτως, κατά ύψος και ηλικιακή σειρά. Αλλά όχι...

*

Η ώρα είναι 23:02 ακριβώς. Το ματς έχει μόλις αρχίσει, αλλά τελικά δε θα το δει ο πατέρας μου και δεν θα φταίω εγώ. Δεν είναι τίποτα το μαγικό και κανείς δεν μπορεί να το ξέρει, αλλά σε ένα λεπτό από τώρα θα είμαστε και πάλι όλοι μιαν αγκαλιά, όλοι αγαπημένοι. Η αδερφή μου θα έχει ξεχάσει με μιας το τσιρότο στο χέρι της, η μητέρα μου θα ξεφωνίζει με έναν γλυκό πανικό "Γιώργο, τα παιδιά", κι εγώ θα βρεθώ κρεμασμένος από τον λαιμό του πατέρα μου χωρίς να φοβάμαι ότι θα τις φάω. Τρέμοντας και τρέχοντας θα κατεβαίνουνε τα 36 σκαλοπάτια που οδηγούν από τον δεύτερο όροφο στη Πλατεία Ναυαρίνου και που μόνο γι΄αυτήν τη νύχτα, θα μοιάζουν χιλιάδες . Σε 1 μόνο, ελάχιστο, λεπτό. Δεν είναι μαγικό... Είναι ένας θόρυβος μεγάλος, ένα βουητό, που ποτέ δεν ξανάκουσα. Είναι μια βία στη κίνηση των πάντων κι ένα χάσιμο σε όλα τα βλέμματα που ποτέ δεν ξανάνιωσα. Είναι μια μεγάλη κίτρινη σκόνη που θα μας τυλίξει όλους. Σε λίγο... Τώρα!


Στις 20 Ιουνίου 1978, στις 23 και 3 λεπτά και 58 δευτερόλεπτα γινόταν ο μεγάλος σεισμός στη Θεσσαλονίκη. 6,5 ρίχτερ, 49 νεκροί, 220 τραυματίες και σκόνη... σκόνη παντού. Όλος ο κόσμος στη πλατεία. Φωνές παντού. Κλάματα. Κλάματα. Είμαι ξυπόλυτος στη πλατεία. Σειρήνες. Σκόνη, σκόνη παντού. Η θεια μου με ντύνει βιαστικά στο παρκάκι με κάτι ρούχα που άρπαξε κατεβαίνοντας.

*

"Παιδιά έπεσε... έπεσε σας λέω... πάνε οι άνθρωποι! Έπεσε!"

*

Ένα μήνα νωρίτερα, του Αγίου Κωνσταντίνου, γιορτάζαμε οι τρεις μας: Ο Κώστας ο Κ., ο Κώστας ο Β. κι εγώ. Η κυρία Λόλα είχε συνήθεια να βάζει τα παιδιά που γιορτάζουν να κάθονται χωριστά κι εμείς είχαμε φροντίσει με τις μανάδες μας να πάρουμε γλυκά για να κεράσουμε τους συμμαθητές. Φορούσα τα καλά μου και ήμασταν απογευματινοί στη βάρδια. Στον Άγιο Κωνσταντίνο, στη Ιπποδρομίου, απέναντι από το σχολείο είχε πανηγύρι και πάγκους που πουλούσαν παιχνίδια και γλυκά. Η μάνα μου είχε φύγει νωρίτερα από το γραφείο για να με ντύσει και να περάσουμε από τον "Νίκο", το ζαχαροπλαστείο. Θυμάμαι να της ζητώ να πάρουμε παγωτά κι αυτή να μου λέει ''όχι", γιατί θα κρύωναν, τάχατες,τα λαιμά μας. Ψέματα, ψέματα της μάνας μου, και στο φινάλε, 2 κιλά σιχαμερές καριόκες!

*

Όταν γύρισε μετά από ώρα ο πατέρας μου, είπε ότι είχε πέσει η πολυκατοικία του "Νίκου" του ζαχαροπλαστείου, δίπλα από το σχολείο. Δεν μπορούσες να αναπνεύσεις από τη σκόνη και οι πυροσβέστες είχαν φέρει προβολείς από το Κρατικό Θέατρο για να φωτίσουν τα συντρίμμια. Δεν είχα καταλάβει τι μπορεί να σήμαιναν όλα αυτά. Η αδερφή μου πάλι, μάλλον ναι, κι έτσι έβαλε τα κλάματα και είδαν και πάθανε για να τη συνεφέρουν. Στη πλατεία δεν έπεφτε καρφίτσα και όλα τα ραδιόφωνα ήταν συντονισμένα στον ραδιοφωνικό σταθμό Μακεδονίας. Κάποιες θείτσες ψέλνανε τροπάρια, κι εγώ έκοβα βόλτες από τη μια άκρη της πλατείας στην άλλη, όντας περήφανος που δεν νύσταζα καθόλου, πράγμα που μπορεί και να σήμαινε ότι μεγαλώνω κιόλας. Τα καλοκαίρια οι νύχτες είναι μικρές, αλλά εγώ δεν το ήξερα ακόμα. Πρώτη φορά ξαγρυπνούσα κι όταν άρχισαν τα ξημερώματα, θυμάμαι εκείνο το μπλε της αυγής που δεν είχα ξαναζήσει και που θύμιζε ξανάστροφο σούρουπο. Εκείνη την ώρα ο πατέρας μου με πήρε να πάμε βόλτα και μου εξήγησε, με το που βγήκαμε προς την Παλαιών Πατρών Γερμανού, ότι θα φεύγαμε εγώ και η αδερφή μαζί με τις θειάδες για τη Βέροια. Η μαμά έπρεπε να μείνει στη Σαλονίκη γιατί όλοι οι υπάλληλοι του δήμου θα επιστρατεύονταν, πράγμα που σήμαινε ότι θα ήταν κάτι σαν φαντάροι, αλλά χωρίς στολές.



*

Στη πολυκατοικία του "Νίκου" σκοτώθηκαν 29 άνθρωποι. Ανάμεσα τους και παιδιά που, τα περισσότερα, πήγαιναν στο σχολείο μας. Ήταν και μια καλή φίλη της αδερφής μου, που η μνήμη της δεν την άφηνε σε ησυχία για μήνες κι ίσως για χρόνια. Εμένα δεν μου λέγαν τίποτα οι δικοί μου, γιατί ήμουνα μικρός. Δεν χρειάστηκε όμως να περάσει χρόνος μέχρι να 'ρθει ξανά του Αγίου Κωνσταντίνου για να καταλάβω τι έγινε. Δεν ξαναείδα ποτέ τον Κώστα Β. Αυτός και η οικογένεια του χάθηκαν κάτω από τα ερείπια της οικοδομής στο Ιπποδρόμιο.

*

Όταν το 2007 ξαναπάτησα το πόδι μου μετά από πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, βρήκα ευκαιρία να μαζέψω παλιές φωτογραφίες: ανάμεσα τους κι αυτή εκείνης της γιορτής στα νήπια. Ο Κώστας στέκει στα αριστερά. Μπροστά στο κουκλοθέατρο. Κι ολόγυρα εμείς. Η Νάσια, που ό,τι και να κάνει, πάντα θα την έχω στο μυαλό μου με εκείνο το φορεματάκι με τα τρενάκια, ο Νίκος, που είναι πια ο λατρεμένος "ελαφροχέρης" οδοντίατρος της Θώμης, ο "άτακτος" Αλέξης, κι ένα σωρό άλλοι φίλοι που ούτε που ξέρω που βρίσκονται και τι κάνουν, αλλά ας είναι καλά.

*

Προχθές η γαλλική τηλεόραση είχε αφιέρωμα στην ιστορία του Μουντιάλ. Παικταράς ο Ρόσι στην Ισπανία το '82, με την Ιταλία πρωταθλήτρια, κάποια στιγμή έδειξαν και το γκολ του στο ματς με την Αυστρία στο Μουντιάλ της Αργεντινής. Χρειάστηκε ώρα για να συνειδητοποιήσω ότι ήταν το "χαμένο" γκολ του μεγάλου σεισμού. Έψαξα να τσεκάρω τις ημερομηνίες και στην αρχή δεν έβγαιναν, μέχρι που ο Γ.Κ., καλός φίλος και κυρίως μεγαλύτερος, μου επισήμανε ότι ο αγώνας είχε γίνει την προηγούμενη μέρα και ήταν μαγνητοσκοπημένη μετάδοση λόγω διαφοράς ώρας! Μετά άρχιζαν να σκάνε όλα μαζί και αλυσιδωτά στο κεφάλι μου... μνήμες-καραμπόλες, μνήμες με κάθε λεπτομέρεια.

*

Χρειάστηκε να περάσουν 32 χρόνια για να κλάψω κι εγώ για ένα γκολ χωρίς να ντρέπομαι! Και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, νιώθω ότι αυτό το μουντιάλ, έχει από προχθές τελειώσει για μένα. Είναι που θυμάμαι τους φίλους μου, είναι που οι νύχτες είναι και πάλι μικρές και οι αυγές μοιάζουν και πάλι με ξανάστροφα σούρουπα, αλλά μπορεί να σημαίνει ότι μεγαλώνω κιόλας.

* *
*

Φωτογραφία τραβηγμένη από τα σκαλάκια της πόρτας του ιερού του Αγίου Κωνσταντίνου,
από τον Καθηγητή του ΑΠΘ Κωνσταντίνο Σολδάτο.
Η Είσοδος του σχολείου μας και ο εκσκαφέας στα δεξιά να προχωρεί στην άρση των ερειπίων.

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Foumara senryū - Το μπλε τετράδιο

Tρίστιχα γραμμένα σε χαρτάκια για στρίψιμο. Δεκαεφτά, δεκαοκτώ φωνητικές συλλαβές που καπνίζονται, αρκεί να χωράνε στο χαρτάκι του πρώτου πρωινού τσιγάρου. Ένα κάθε μέρα, μέχρι να φύγει όλο το πακέτο των πενήντα που αγόρασα στην Αθήνα. Και μια σονάτα του Σκριάμπιν.



Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

Ταχύρυθμα ελληνικά για αρχάριους - LE GREC ACCELERE POUR LES DEBUTANTS

Μια ιδέα του Δ3Ν πΕ8α1NεI Σt0 Τéλ¤s , φτιαγμένη με το μεράκι και τη γνωστή ποιότητα του aimof.blogspot.com. Μια ιδέα που έρχεται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες επικοινωνίας των λαών σε μέρες δύσκολες, σαν αυτές που ζούμε...

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008

5."Μικρή θεά"[Τελευταίος Σολομός στο Παρίσι-5]

Φτάσαμε στη Γούναρη κι εγώ έκλαιγα και παραπατούσα ακόμα. Ο Κυριάκος με κρατούσε κάπως απ' τη μέση και σε κάθε ουρλιαχτό που μού 'φευγε κρεσέντο, έλεγε “σουτ” και με χάιδευε στην πλάτη. Στον ακάλυπτο, πίσω από το μαγαζί του Ζήση, κει που με τράβηξε με τη μία όταν την έκανα κρίση κι άρχισα να τρέμω και να παραμιλώ, μού 'χε αστράψει δυο σκαμπίλια να συνέλθω αλλά δεν έπιασε. Κάτι προσπαθούσα να πω κι εγώ, αλλά μες στις φωνές, στα λαχανιάσματα και στα ρουφήγματα της μύτης, έβγαζα μόνο δάκρυα, μύξες, πυρετό, κι ιδρώτα. Μου μιλούσε λοιπόν, κάτι έλεγε, δεν άκουγα, φώναζε, πάλι δεν άκουγα, μέχρι που βγήκαν στα μπαλκόνια της κουζίνας και μας κοιτάγαν οι νοικοκυραίοι, και φώναζαν, όλοι μαζί σαν νά 'ταν τραγωδία, “άι σιχτίρ πρεζόνια”, “πούστηδες γαμώ τη μάνα σας”, “χαπάκιδες στο διάολο” και τέτοια. Τριακόσια μέτρα τα κάναμε σε τρία τέταρτα έτσι πού 'μουνα κομμάτια και σε κάθε βήμα να φοβάσαι μη σε λούσουν με κάνα κουβά νερό Δεκέμβρη μήνα, γιατί εκείνον τον καιρό έτσι κάνανε στα πρεζόνια που κλαίγανε στο Ναυαρίνο, κι ίσως και σ' αυτούς που κλαίγανε νέτα και σκέτα και χωρίς νά 'ναι πρεζόνια. Γαμώ το σπίτι τους.

Χαιρετηθήκαμε μπροστά στην είσοδο, μού 'πε “τα λέμε τη Δευτέρα” κι ενώ γυρνούσα πλάτη για ν' ανέβω, φώναξε:

-“Ρε πουσταρά! Κάνε τώρα κάτι για μένα, και θα το βρεις μπροστά σου για πάντα!”

Άνοιξα τη πόρτα του ασανσέρ και μπήκα σ' ένα χάλια, λυπητερό σαββατοκύριακο, κλεισμένος στο πίσω δωμάτιο, στο σπίτι της θειας μου, να κοιμάμαι συνέχεια.

*

Κυριακή βράδυ, η θεια έβαλε δυνατά την τηλεόραση μπας κι άκουγα το “ταν-τα-τα-ταν-τα-τα-τα-τα-τα-ταν-τα-τα” της Αθλητικής Κυριακής κι έβγαινα επιτέλους απ' το δωμάτιο να φάω. Το κόλπο φυσικά έπιασε, κι έτσι βρέθηκα να τρώω παστίτσιο με διπλή ήττα ποδόσφαιρο-μπάσκετ κι Αθήνα-Λιβαδειά, παρέα με τον Μανώλη Μαυρομάτη. Ήμασταν πρώτοι ακόμη, αλλά με τις μαλακίες μας, στο τέλος του πρώτου γύρου, να δεις που θα το χάναμε το “πρωτάθλημα χειμώνα” από τα τυριά της ΑΕΛ. Η θεια, μού πλεκε ακόμη ένα πουλόβερ ζακάρ, ο Μαυρομάτης έλεγε ακόμη τα δικά του κι εγώ είχ' αρχίσει να φορτώνω, που πάλι ντυμένος σκατά κι αδιάβαστος θα πήγαινα σχολείο το πρωί. Εκεί ήταν που μου τη βάρεσε για τα καλά. Πήγα μέχρι τον μεγάλο καθρέφτη στο χολ να δω και πάλι πόσο χάλια ήμουνα. Πλησίασα κοντά, ζούληξα ένα σπυρί στο κούτελο, πόνεσε λίγο, έκανε τσακ και το πύον κόλλησε στον καθρέφτη, πάνω στο είδωλο της θειας μου, πού 'χε γλιστρήσει, σβιιιννν, στα παρκετόπανα, σαν αστραπή κατά πάνω μου, να προλάβει:

- Χαμένε! Σου πα να μη τα σπας! Θα μείνουνε σημάδια για πάντα!

Γύρισα προς τ' αριστερά και πριν προλάβει να με φωνάξει για το πύον στον καθρέφτη, την βραχυκύκλωσα περνώντας ένα χάδι με το χέρι τα μαλλιά μου και λέγοντας:

- Ρε θεια... Δεν μου τα παίρνεις με την ψιλή;

* *

Έτσι λοιπόν τη λέει την ιστορία ο Κυριάκος...

- Ποιος είναι ο Κυριάκος;

- Ένας φίλος, δεν τον ξέρεις.

“Παραμονές του τελικού το '84 με τα σκουλήκια στο Παλέ, θα μας γαμούσανε στάνταρ και πάλι. Κάναμε λοιπόν όλοι τουμπεκί ψιλοκομμένο και περιμέναμε να περάσει κι αυτό. Και στο “όλοι” βάζουμε και τους παίκτες μέσα, φυσικά, που πρώτοι αυτοί θα τον πίνανε. Εκεί λοιπόν που όλα ήταν σκατά, και την παραμονή η ομάδα ήτανε κλεισμένη στο Νεφέλη το ξενοδοχείο και τρώγανε μακαρονάκι κοφτό και σκέτο, όπως το τρων οι αθλητές πριν τους αγώνες, μπουκάρει ο Ματθαίου, ο γέρος, ο προπονητής κι αρχίζει να τα σπάνει όλα -μπαμ-μπουμ- στη ψύχρα... Πιάτα, ποτήρια, μαχαίρια-πιρούνια, μακαρονάκια, σκατά, όλα κάτω κι αρχίζει να χοροπηδά και να φωνάζει. Το πήγαινε για εγκεφαλικό κι οι παίκτες είχαν μείνει παγωτά να κοιτάζουν τον γέρο που τά 'χε πάρει κι ήθελε να τους αρχίσει στις μπάτσες. Στο τέλος καβαλά και μια καρέκλα, ανεβαίνει στο τραπέζι, κι αρχίζει να φωνάζει και να φτύνει και να πετά -να μη σου πω- κι αίματα απ' τα μάτια:

- Κουράδες! Κουράδες! Σας λεν κουράδες και σεις τους πιστεύετε! Καραγκιόζηδες! Ποιος το λέει ρε ότι θα χάσετε πάλι; Ποιος το λέει ρε; Ποιος το λέει; Να τον γαμήσω τώρα εγώ! Εσύ το λες ρε; Εσύ το λες; Εσύ;

κι έδειχνε τους παίκτες έναν-έναν -και τους αναπληρωματικούς, εννοείται...

Αυτοί, λοιπόν, είχανε κλάσει μέντες για τα καλά κι είχανε τρέξει να κρυφτούν πίσω απ' τον μπουφέ, μην και τους άρχιζε στα μπουνίδια ο γέρος. Πηδάει κι αυτός τότε απ' το τραπέζι κάτω, τρέχει κι αρχίζει να τους κοπανά και να τους βομβαρδίζει με γαβάθες γυάλινες, μεγάλες, φίσκα στο κοφτό μακαρονάκι που σκάγανε -σπλαφ-σκρατς- στον τοίχο, πάνω απ' τα κεφάλια τους και 'κάναν την ταπετσαρία μουνί. Στο τέλος πήρε κι έσπασε και τις καρέκλες και στο τέλος-τέλος γονάτισε κι άρχισε να κλαίει και να ουρλιάζει κι άρχισαν κι οι παίκτες να κλαιν και να ουρλιάζουν και να κυλιούνται καταγής κι αυτοί, πάνω στα κοφτά, τα σκέτα τα μακαρόνακια, και κάνανε και τη μοκέτα μουνί.

Κι αφού όλοι κλάψανε κι ουρλιάξανε τόσο πολύ, που όλοι οι άλλοι οι πελάτες νόμιζαν πως τα πρεζόνια απ' το Ναυαρίνο είχανε κάνει ντου στη Νεφέλη, και φώναζαν “σκάστε επιτέλους γαμώ το μουνί της μάνας χαπάκιδες, ένα κουβά νερό πετάχτε τους να το βουλώσουν”, ο γέρος σηκώθηκε -άρχοντας- τίναξε κάτι μακαρονάκια πού 'χανε κολλήσει πάνω του, κοίταξε τους παίκτες του στα μάτια πέρα για πέρα και μέχρι τον υποθάλαμο και είπε:

-“Ρε πουσταράδες! Κάντε τώρα κάτι για μένα, και θα το βρείτε μπροστά σας για πάντα!”

- Ε όχι πια! Νισάφι τα βρωμόλογα. Να μιλάς και να βρίζεις σα χαμάλης μπροστά στη θεία σου! Έχε χάρη που δε θέλω να σου πάρω κάνα αυτί με την κουρευτική, αλλιώς θα σού 'δινα ένα μπάτσο με το δαχτυλίδι στο στόμα, να μάθεις!

- Στάσου ρε θεια! Αφού έτσι είναι η ιστορία... Στάσου να δεις τι κάνανε αυτοί! Περίμενε...

- Τι κάνανε, λοιπόν, άντε λέγε, αλλά χωρίς βρισιές...

“Μέσα στην άγρια νύχτα, πήγαν και βρήκανε έναν κουρέα! Τον φέρανε στο ξενοδοχείο, τον βάλανε μέσα στο σαλόνι με το σκόρπιο, παντού, κοφτό μακαρονάκι και τού 'πανε:

- Είμαστε ο ΠΑΟΚ, και θα μας τα πάρεις με την ψιλή γιατί είμαστε οι πιο τσαμπουκάδες στον πλανήτη κι αύριο θα κερδίσουμε, γιατί το κάνουμε για τον γέρο, για τον προπονητή μας, και θα το βρούμε για πάντα μπροστά μας!

Τελευταίος κουρεύτηκε κι ο γέρος, όταν πια είχε ξημερώσει για τα καλά και το σαλόνι είχε γεμίσει τούφες και μαλλιά και μπούκλες, ανάκατα με μακαρονάκια κοφτά και πολύ δάκρυ...

Το βράδυ στο γήπεδο έγινε πανζουρλισμός μόλις βγήκε η ομάδα στο παρκέ. Όλος ο λαός έλεγε “για μας το κάνανε” κι ουρλιάζανε και κλαίγανε βαρώντας τύμπανα, χέρια, πόδια, κάγκελα, και τρομπέτες, από παντού. Γιατί δεν μπορούσανε να χάσουνε πια... Κι αυτό το ξέρανε όλοι. Γιατί ποτέ και κανείς δεν μπορεί να χάσει όταν κάνει κάτι για τους άλλους. Και το βρίσκει μπροστά του για πάντα!”

- Τ' ακούς θεία; Για πάντα!

- Και τι έγινε τελικά; Ποιος πήρε το κύπελλο;

- Ο ΠΑΟΚ ρε θεια, 74-72, και οι αριανοί, έναν ντενεκέ αρχιδ... Σμπλκλατς! Αχ! Καλά τό 'χεις εντελώς καμμένο ρε θεια; Με το δαχτυλίδι βαράς στο στόμα... Θα μου σπάσεις κάνα δόντι...

- Σε είχα προειδοποιήσει: όχι βρωμόλογα! Άι τώρα πήγαινε στον καθρέφτη να δεις πώς στα πήρα, γιατί εγώ μπαρμπέρης δεν είμαι...

Στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη κι άνοιξα ξαφνικά τα μάτια. Το σχήμα του κρανίου μου φαινόταν καθαρά, στρόγγυλό και διάφανο κάπως. Μάλιστα αν πρόσεχε κανείς μπορούσε να διακρίνει μέχρι και τις φλέβες που τέντωναν στους κροτάφους κάθε μιάμιση στιγμή. Ήμουνα ακόμα βέβαια χοντρός, βλάκας και κακοαγαπημένος, αλλά είχα κάνει κι εγώ κάτι ρε γαμώτο, κι ας ήταν ότι νά 'ναι. Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Τι άλλο; Ε; Αν δηλαδή έπαιρνα τους δρόμους και φώναζα εκλιπαρώντας τον κόσμο όλο, και τον πατέρα μου, και την κυρία Βήτα, ή και την Ρίτα του Α1 ακόμη, “αγαπήστε με και μένα λίγο, αγαπήστε με, σας παρακαλώ”, θά 'ταν καλύτερα; Και στο κάτω-κάτω, ο καθένας κάνει πάντα ό,τι μπορεί. Εγώ, λοιπόν, τόσο μπόρεσα!

Όσο νά 'ναι, πάντως, τριακόσια γραμμάρια πρέπει να τά 'χα χάσει -τα μακριά μαλάκια μου δηλαδή- κι ίσως γι αυτό και νά 'νιωθα ελαφρύτερος τώρα...

* * *

Το πρωί κατέβηκα στο πατρικό μου, δυο ορόφους πιο κάτω, να πάρω ένα σκούφο κι έπεσα μούρη με μούρη με τον πατέρα μου, μες στη ζοχάδα, πού 'χε αργήσει στη δουλειά. Με το που με είδε έμεινε τζον-τζον κι εγώ ετοιμάστηκα για μάχη. Αντί για φωνές και γαμοσταυρίδια, όμως, πήρε αυτό το χάλια ύφος του, το ξέχειλο σιχαμερή πατρική περηφάνια και μου αμόλησε ένα σοφολογιότατο:

-Α! Έτσι μπράβο! Να δούμε και το πρόσωπο σου. Όχι σαν πριν πού 'χες τις μπούκλες σαν αδελφούλα...

Γέλασε μόνος του, έπιασε το πορτοφόλι από την κωλότσεπη και μού 'δωσε ένα “εξτρά” πεντακοσάρικο, κλείνοντας μου βλακωδώς το μάτι. Κι εγώ ο ξεφτίλας, φυσικά, το πήρα...

Στις οκτώ, όταν έφευγα για το σχολείο, τό 'ρειχνε ακόμη ψιλό και δεν έδωσα σημασία. Μαλακία μου μεγάλη βέβαια, γιατί αν τό 'ξερα ότι μέχρι το μεσημέρι θά 'χαμε γίνει Βλαδιβοστόκ, σιγά μη κουρευόμουν και να πήγαινε να χεστεί κι ο Κυριάκος κι οι θεωρίες του. Στο σχολείο φυσικά κανείς δε μού 'πε τίποτα, ούτε καν “μεγειά”, κι ούτε καν μπούγιο-φάπες, που είναι και το έθιμο. Τίποτα, τίποτα, τίποτα. Απαρατήρητος, όπως πάντα, περνούσα την ώρα μου κοιτώντας τους άλλους, που κοιτούσαν απ' το παράθυρο το χιόνι πού 'πεφτε πυκνό κι ασταμάτητο. Πρώτη ώρα θρησκευτικά, κι όλοι προσεύχονταν ευλαβώς, να πρόκειται περί θεομηνίας, μπας και τό 'κλειναν το μπουρδέλο, να κάναμε διακοπές. Ώσπου, ξαφνικά, ένιωσα ένα χέρι να μου τραβά το σκούφο και μια φωνή αριστερού ψάλτη ν' αντηχεί στα πεταχτά, πλέον, αυτιά μου:

- Αποκαλύψου παιδί μου!

που σημαίνει απλά “ξεσκουφώσου”, αλλά στη γλώσσα των παπάδων και των θεολόγων. Κι αμέσως μετά:

- Για κοιτάχτε εδώ κύριοι! Ιδού υπόδειγμα άρρενος μαθητού. Κουρά καλαίσθητος κι από πλευράς υγιεινής, αρίστη! Εύγε νέε μου!

και μου χάιδεψε το κεφάλι αργά, λιμπιστικά και σίγουρα γουστάροντας, ο κωλομπαράς! Οι συμμαθητές μου συνέχισαν λοιπόν να κοιτούν το χιόνι και μόνο η Άννα από το μπροστινό θρανίο γύρισε και μού 'πε ψιθυριστά:

- Μεγειά σου, σου πάνε πολύ...

- Νά 'σαι καλά, ευχαριστώ, μα είχα ψυριάσει μέχρι και στα φρύδια, γλυκεία μου!

* * * *

Κατά τις 12, προς το τέλος της πέμπτης ώρας, πιάσανε επιτέλους κι οι προσευχές, κι ήρθε ο λύκος να μας πει ότι είχε πια εβδομήντα εκατοστά χιόνι στη πόλη κι ότι έπρεπε να φύγουμε, γιατί δε σταματούσε να το ρίχνει -κάθε άλλο μάλιστα- κι ότι θα τό 'λεγε στο ραδιόφωνο το βράδυ αν θά 'χαμε αύριο σχολείο και νά 'χουμε το νου μας. Βγήκαμε μες στην τρελή χαρά, αλλά τα παίξαμε κανονικά όταν είδαμε τι γινότανε στο δρόμο. Χιόνιζε και τ' αυτοκίνητα κολλούσανε στη λάσπη, το περπάτημα γινότανε αδύνατο -ακόμη και χωρίς τακούνια- ενώ τα λεωφορεία είχανε διακόψει κι είχαν φύγει για τ' αμαξοστάσια. Σ' ένα οικόπεδο παραδίπλα η κυρία Βήτα παρακαλούσε νά 'ρθουν να τη βοηθήσουν να ξεκολλήσει το παμπάλαιο κατσαριδάκι της, χρώμα, χάλια γαλάζιο της πισίνας. Της έριξα ένα μοχθηρό βλέμμα και την άφησα να σκούζει. Από λεβεντομαλάκες το σχολείο μας είχε καλό στοκ, όλο και κάποιος λοιπόν θα λασπωνόταν για χάρη της. Εγώ όχι!

Είπα να πάω σέρνοντας σπίτι, αλλά σκέφτηκα και τον Κυριάκο που θά 'χε γυρίσει αργά τη νύχτα από την εκδρομή και τώρα θα ξυπνούσε όπου νά 'ναι. Ήθελα να του δείξω και το κούρεμα, να μου λεγε και για τα ματς και πώς την έβλεπε για πρωταθλητές χειμώνα στο τέλος του Α' γύρου στο πρωτάθλημα. Βέβαια λεωφορεία δεν είχε ούτε για δείγμα, αλλά ούτε και ταξί να πλήρωνα με το ξεφτιλέ πεντακοσάρικο του πατέρα μου. Πως θα κατάφερνα λοιπόν να σκαρφαλώσω μέχρι τον Άγιο Παύλο, στο σπίτι της Ελενίτσας; Χιόνιζε ασταμάτητα και σε λίγο φαινότανε πως “με κόπο θα ξεκολλάγαμε το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, θα εκατοβουλιάζει ίσαμε το γόνατο”. Για να μη σου πω κι ότι θα καταλήγαμε στο “φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μία-μία θα εμοιραζόμαστε τη σταφίδα”, και άλλα “ηρωικά και πένθιμα”, εμετικών “ποιητών του Αιγαίου”, αυτού του ιδίου δηλαδή που το κατουράνε συνέχεια τα ψάρια. Θα "εκατοχεζόμασταν" και θα "εκατογαμιόμασταν" εν ολίγοις.

Μπήκα στο “Θείο Βάνια” και πήρα τυρόπιτες, και τα “Σπορ του Βορρά” απ' το περίπτερο. Έβαλα τα βιβλία μου στη σακούλα κι ας λαδωνόντουσαν, έχωσα και την εφημερίδα κάτω απ' τα ρούχα, να με ζεσταίνει στο στήθος, και ξεκίνησα να τραβώ την ανηφόρα, έχοντας το χιόνι και τον άνεμο κόντρα.

Έκανα δύο ώρες να φτάσω στο κατσάβραχο! Δύο ώρες αναρρίχηση και διαδοχικές σαβούρντες, τα κατάφερα στο τέλος. Άσπρος απ' το χιόνι, λερωμένος απ' τη λάσπη, μιας και το Σέιχ-Σου έδειχνε νά 'χε ξυπνήσει για τα καλά μέσα του το Έβερεστ. Σαν κάποιους, που επιμένουν να λένε μούφες ότι, τάχα μου, ο Χορτιάτης είναι ηφαίστειο, κι όταν θα γίνει Βεζούβιος, θα θαφτούμε όλοι στις στάχτες, για νά 'χουν να βρίσκουν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος, χιλιάδες τραγικές, απανθρακωμένες σιλουέτες με φραπεδοπότηρα στο χέρι.

Χτύπησα την πόρτα του τουρκόσπιτου και φώναξα “Μπόνζο” κι άκουσα από μέσα ν' απαντά η φωνή του Κυριάκου:

- Μετρώ μέχρι το τρία, ανοίγω και μπαίνεις σφαίρα, μη φύγει η ζέστη. Έτοιμος; Μετρώ... Ένα, δύο, τρία! Έμπα μαλάκα Μπόνζο! Ρε! Έμπα! Ρε! Χαχα! Φάε έναν Μπόνζο-χιονάνθρωπο, ρε...

* * * * *

Μέσα στο σπίτι καίει ξυλόσομπα κι είναι φούρνος κανονικός. Άσε που δεν υπάρχει γωνιά που να μην είναι καλυμμένη με φλοκάτες και κουρελούδες. Το κρεβάτι είναι στρωμένο κι έχει σκεπάσματα στο πάτωμα, πράμα που σημαίνει πως η Ελενίτσα δούλευε νυχτερινή, γιατί ο Κυριάκος κοιμάται μόνο με παρέα στο κρεββάτι. Αλλιώς, ξαπλώνει μόνος, κατάχαμα. Δεν μου τό 'χει πει ποτέ καθαρά, κι όποτε τον ρωτώ μου βγάζει κάτι ιστορίες ότι του το σύστησε, ντεμέκ, ο γιατρός για τη μέση του και πίπες, αλλά εγώ το έχω καταλάβει. Έβγαλα το παλτό μου, τίναξα το χιόνι στη σόμπα, τράβηξα και τα "Σπορ" από το στήθος και τον ρώτησα αν κοιμήθηκε πάλι κατάχαμα, πού 'βγαλε μόνος του τη νύχτα.

- Θες καφέ;

με ρώτησε και μου το έκοψε με τη μία, ενώ στο μεταξύ είχε προλάβει, με μια κίνηση, να χώσει τα σκεπάσματα στη ντουλάπα.

- Θέλω!

- Σκέτο;

- Σκέτο.

- Ο-κέι, βγάλε ρούχα και παπούτσια να στεγνώσουν και τράβα και κάνα μονάστερο από το ντουλάπι. Έχει και σοκολατένιες ελίτσες και κάτι παξιμάδια.

- Έφερα και παγωτό-τυρόπιτα άμα θες, είπα για να πω κι εγώ, αλλά μέ 'γραψε.

Έμεινα κι εγώ με τον σκούφο μέχρι τ' αφτιά και το βρακί, άσπρο “Μινέρβα” φυσικά, και πήγα ξυπόλητος να ψαχουλέψω στο ντουλάπι που στοίβαζε η Ελενίτσα, πού 'τανε έτσι κι αλλιώς θεά, τις σπονδές όλων όσων τη λάτρευαν κανονικά. Σε τρία ράφια του βωμού είχε στριμωγμένα, αλλά προσεκτικά πολύ, όλα τα αναλώσιμα δώρα που της κάνουν ασθενείς και συγγενείς: Κάτω-κάτω, μπουκάλια πορτοκαλάδα συμπυκνωμένη και ξινή, μάρκας “Ήβη”, που μόνο σε κάτι περίπτερα μπροστά στα νοσοκομεία πωλείτε. Και βυσσινάδα επίσης, ίδια. Δεύτερο ράφι, μπουκάλια, άπειρα, κακής ποιότητας κονιάκ, μονάστερο “Μεταξά”, και σε μεταλλικά κουτιά από μπισκότα, ελιές σοκολατένιες και γλυκά παξιμαδάκια από κηδείες και μνημόσυνα. Στο τρίτο ράφι, τέρμα πάνω και στο βάθος, η καβάντζα με τα χάπια και τ' αντιβηχικά σιρόπια, δίπλα ένα κουτί με χάρτινες εικονίτσες που μοιράζουν οι παπάδες στους θαλάμους, και τέρμα δεξιά, σ' ένα ξύλινο κουτί σαν μπιζουτιέρα, το “στρατέγκο”, που λέγαμε στα κρυφά με τον Κυριάκο: Αποκόμματα αγγελτηρίων θανάτου καπετάνιων κι ανταρτών, από το Ριζοσπάστη. Βαλμένα στη σειρά, κατά σύνταγμα και λόχο και βαθμό και αλφαβητικά. Τ' άρχισε ο πατέρας της, θα το τελειώσει, λέει, αυτή, και θα το παίξουμε κάποια στιγμή εμείς, επιτραπέζιο-αντάρτικο, μακάβριο στρατέγκο, μια μέρα που θα λείπει και θά 'χουμε τον χρόνο.

Στα μνημόσυνα και στις κηδείες την καλούν. Κι αυτή πηγαίνει. Και τις κάνουν δώρα για την ψυχή του τάδε και της δείνα που "κοίταξε". Είναι και δουλεία της, λέει. Γιατί, στα νοσοκομεία και στις κλινικές μπορεί νά 'ναι οι γιατροί που κάνουν θαύματα, αλλά στ' αλήθεια, οι νοσοκόμες είναι θεές! Και δη οι αποκλειστικές. Η Ελενίτσα που παίζει βόλους και “πέτρα-ψαλίδι-χαρτί” με τον χάρο κάθε μέρα, κάθε μέρα, κάθε μέρα. Μέχρι που στο τέλος γίνονται κολλητάρια και κάθεται και του κάνει και τον δραγουμάνο του Άσχημου! Τη στιγμή που συγγενείς σκάνε μύτη με τη ψυχή στο στόμα, πέφτοντας σ' άδεια κρεβάτια και καινούργια σεντόνια, να ψάχνουν, τρέχοντας πάνω-κάτω στους ορόφους, στους διαδρόμους, το σώμα κι έναν καλό μεταφραστή. Σαν την Ελενίτσα μας, ας πούμε, πού 'ναι εκεί, μικρή θεά, για να κάνει τις συστάσεις με τον Άσχημο, και να πει το νόημα με τα δικά της λόγια, σχεδόν πάντα, τα ίδια, τα λόγια της δουλειάς:

"Ησύχασε
επιτέλους
δε κατάλαβε
τίποτα
σα κερί
έσβησε
στον ύπνο του
έφυγε
πέταξε
ζωή σε σας
πολύ σας αγαπούσε
βασανιζότανε
λίγο
ίσως
πολύ
και όμως
άντεξε
κράτησε
και στο τέλος
είπε
Αχ!
μ' ένα σπασμό
και τελείωσε
όμορφα
και τελείωσε
γλυκά.."

Αλλά αυτή τη φορά ήτανε κι η τελευταία και τελείωσε και πρώτος και μόνος και δεν περίμενε και κανέναν...

Κρατώντας φίδια στα χέρια, με μακιγιάζ απόκοσμο και δυο τεράστια γυμνά στήθη, να σείεται και να τρέμει ολόκληρη κι όλα να τα λέει κι όλα να τα εξηγεί, μικρή θεά. Σαν εκείνη της Κνωσού, που την είχανε φωτογραφία τα βιβλία ιστορίας και κάποτε με τρόμαζε πολύ. Τώρα πια όμως, χωρίς ντροπή, καυλώνω στη σκέψη της...

* * * * * *

Τράβηξα ένα μονάστερο κι έκλεισα το ντουλάπι. Γυρνώντας είδα τον Κυριάκο να βγαίνει από το κουζινάκι με τους καφέδες. Έσκυψε να τους αφήσει στο τραπεζάκι κι έβαλε τα γέλια κοιτώντας με. Νόμιζα ότι γελούσε γιατί 'χε πάρει χαμπάρι το κούρεμα, αλλά συνέχισε να γελά, κοιτώντας το βρακί μου:

- Μαλάκα Μπόνζο, σού 'χει σηκωθεί για τα καλά!

(συνεχίζεται)